Monday, May 25, 2009

πριν από 1

Ανάρτηση πριν από ένα χρόνο ακριβώς:

Ήθελα να γράψω δυο λόγια από την Κυριακή που μας πέρασε...
Το βράδυ της Κυριακής, πριν ξαπλώσω να κοιμηθώ πήρα στα χέρια μου τα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη. Ο Μίλτος Σαχτούρης ήταν πάντα από τους αγαπημένους μου ποιητές (ίσως ο περισσότερο αγαπημένος). Τον διάβασα πρώτη φορά πριν από χρόνια, έξι, εφτά μπορεί κι οχτώ. Φυσικά δεν θυμόμουν τα ποιήματά του («φυσικά», τέλος πάντων, αυτή η «σιγουριά» είναι από τις ανόητες εκείνες καταφατικές προτάσεις έντονης βεβαιότητας που λέγονται χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο και ουσία, και χωρίς καμιά προφανή αιτία). Θυμόμουν και θυμάμαι όμως ότι μου άρεσε πολύ, η παραισθητική του γραφή, τα όνειρα - αναμνήσεις του, τα οξειδωμένα του αρώματα, τα νυχτερινά του χρώματα, ακόμη ακόμη κι η αυθεντική, απλή και γνήσια μορφή του που είχα στο μυαλό μου...


Έπιασα, λοιπόν, στα χέρια μου τα ποιήματά του...

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και οι μνήμες που κατοικούν μέσα σου, υπάρχουν και τα σημάδια που κουβαλάς και που γίνονται ζωντανά κύτταρα του οργανισμού σου, υπάρχουν και οι ελπίδες και οι ευχές που σιγοψιθυρίζεις σε ανυποψίαστες στιγμές (ή καμιά φορά σε πολύ υποψιασμένες και συνειδητές στιγμές) για πράγματα που έφυγαν, ή για πράγματα που θέλεις να έρθουν ή, σε συνδυασμό, για αυτά που έφυγαν και θα τα ήθελες πάλι πίσω...

Έπιασα, λοιπόν, στα χέρια μου τα ποιήματά του...

Και σκέφτηκα δυο πράγματα...

Και η θεά τύχη ξανάρχισε τα παιγχνίδια της... Για ακόμη μια φορά...

Δεν θα διάβαζα όλα του τα ποιήματα. Άρχισα να φυλλομετρώ τη συλλογή, και όσο την φυλλομετρούσα, τόσο τα δάχτυλά μου άρπαζαν φωτιά γιατί την έβλεπα την θεά απέναντί μου να μου κλείνει το μάτι... ήξερα ότι θα συναντούσα ό,τι είχα ζητήσει, ό,τι είχα σκεφτεί. Και έτρεχα μέχρι να σε συναντήσω... Και έτρεχα. Περνούσα τους τίτλους απλώς απορρίπτοντας εκείνους που ήξερα ότι δεν ήταν Αυτοί. Με γνώμονα την διαίσθησή μου. Στο πρώτο ανάγνωσμα, θα καταλάβαινα πού να σταματήσω.
Και έτρεχα...

Και κάποτε σταμάτησα.

Σε ξαναβρήκα.

Τα ποτάμια, Ο πνιγμένος, Ο δαίμονας...

Βρήκα και την άλλη μου σκέψη, αλλά αυτή δεν έχει σημασία τώρα.

Σημασία έχει ότι σε ξαναβρήκα. Και ότι σε βρίσκω κάθε φορά που σε αναζητώ αγάπη μου. Ομορφιά μου.


(Λοιπόν, σταματώ τώρα. Αναρρώνω από ένα ξέφρενο πυρετώδες, στην κυριολεξία, τριήμερο και με έπιασε πάλι πονοκέφαλος. Συν τοις άλλοις, αρχίζουν να στάζουν τα μοβ μου δάκρυα και δεν θέλω να σας ... μοβίσω χωρίς λόγο)

υ.γ. Αυτή την φορά η δουλειά δεν θα είναι απόλυτα ολοκληρωμένη. Θα λείπει το ποίημα στα ισπανικά. Θα έρθει όμως σύντομα· θέλω να είναι όμορφα δουλεμένο, απύρετη ούσα...



Το μυαλό μου κουρασμένο

πως έπεσα
και τσακίστηκα

τώρα
με δεκανίκια
χρυσά τρίγωνα χρυσά τετράγωνα
γύρω κρεμνάω

τώρα η άσπρη φίλη μου, μαύρο φάντασμα
τώρα η μαύρη φίλη μου, άσπρο φάντασμα

κι εκείνη που χάθηκε με τ’ ασημένιο καρφί
στον ποταμό

δεν ξέρω ποιός; ο ήλιος ή το χιόνι

δεν ξέρω ποιά; τα χελιδόνια ή τα σπουργίτια


μετράω ολοένα μετράω
η μητέρα μου ολοένα κλαίει
μετράει η μητέρα μου ολοένα κλαίει

Ο Δαίμονας
Μίλτου Σαχτούρη


ξι.

4 comments:

dodo said...

Θα περιμένω την μετάφρασή σου- τον Σαχτούρη τον ξαναδιαβάζω κάθε τόσο.

Τα άλλα, τα.. μοβ, τα διαβάζω με προσοχή...

Ξeniáδa said...

@ dodo:
Θα προσπαθήσω να το μεταφράσω σύντομα και όχι ν' αργήσω κανένα χρόνο πάλι... Είναι κι αυτές οι υποχρεώσεις που τρέχουν από πολλαπλά μέτωπα... :-S
Σ' ευχαριστώ πολύ, ωστόσο.
Την καλημέρα μου!

:-)
Ξ.

H.Constantinos said...

Σταθερά απορώ πόσο γρήγορα περνάει ένας χρόνος...

Ξeniáδa said...

@ H.Constantinos:
Ναι. Σαν νερό. Και με τις αλλαγές που φέρνει (ή που δεν φέρνει;)...

:-)
Ξ.